Μετάφραση του "cuffia" σε Ελληνικά
Οι ακουστικό, κουκούλα, σκούφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cuffia" σε Ελληνικά.
Un paio di cuffie o auricolari, accompagnati da un microfono e destinati ad essere messi sulle orecchie.
-
ακουστικό
noun neuterChiunque le stia facendo questo, ha montato una minuscola webcam sulle sue cuffie.
Όποιος σ'το κάνει αυτό έχει εγκαταστήσει μια μικροκάμερα στο ακουστικό σου.
-
κουκούλα
noun femininePensi davvero che funzionera'con una che in pratica porta la cuffia?
Πιστεύεις ότι αυτό θα πιάσει, με μια γυναίκα που φοράει " κουκούλα ";
-
σκούφος
noun masculineTenuta n. 3 - eventualmente grembiuli in fibre plastiche per evitare di sporcare la camicia, cuffia, ecc.
Ενδυμασία αριθ. 3 - ενδεχομένως, ποδιές από πλαστικές ίνες για να αποφεύγεται να λερώνεται η μπλούζα, σκούφος κλπ.
-
καπάκι
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cuffia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cuffia"
Φράσεις παρόμοιες με "cuffia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λειτουργία αναπαράστασης πολλαπλών καναλιών στα ακουστικά
-
ακουστικά