Μετάφραση του "cumulare" σε Ελληνικά
Οι συγκεντρώνω, συναθροίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cumulare" σε Ελληνικά.
cumulare
verb
γραμματική
Radunare, raccogliere in grandi quantità.
-
συγκεντρώνω
verbEsso verrà versato una volta che il lavoratore abbia cumulato 30 giorni di contributi previdenziali.
Καταβάλλεται εφόσον ο εργαζόμενος έχει συγκεντρώσει 30 ημέρες εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.
-
συναθροίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cumulare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cumulare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αθροιστικός · συσσωρευτικός
-
αθροιστικός · συσσωρευτικός
-
συγκέντρωση αξιωμάτων
-
χώρος απόρριψης περιττών χωμάτων (μπάζων)
-
ανάχωμα · κουμούλ · πλαγιά · στοίβα · σωρός
-
σώρευση συντάξεων
-
σώρευση εισοδημάτων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη