Μετάφραση του "curato" σε Ελληνικά
Οι ηγούμενος, αβάς, αββάς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "curato" σε Ελληνικά.
curato
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
ηγούμενος
noun masculineIl Priore mi ha curato.
Ο Ηγούμενος, με γιάτρεψε.
-
αβάς
noun masculine -
αββάς
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εφημέριος
- ιερέας
- παπάς
- βικάριος
- πρωτοπρεσβύτερος
- πρεσβύτερος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " curato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "curato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υγειονομική περίθαλψη
-
ευπρεπίζω · περιποιούμαι
-
υγειονομική περίθαλψη στους χώρους εργασίας
-
Νοσηλευτήριο
-
έγνοια · βοήθεια · επιμέλεια · επιτήρηση · εποπτεία · θεραπεία · θεραπευτικό · νοιάζομαι · προσοχή · φροντίδα
-
συντήρηση των καλλιεργειών
-
ευπρεπίζω · περιποιούμαι
-
φυτοπροστασία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη