Μετάφραση του "damo" σε Ελληνικά

Οι αγόρι, εραστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "damo" σε Ελληνικά.

damo verb
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγόρι

    noun neuter
  • εραστής

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " damo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "damo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη