Μετάφραση του "danese" σε Ελληνικά
Οι δανικά, Δανικά, δανέζικα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "danese" σε Ελληνικά.
danese
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
δανικά
proper neuterΒόρεια γερμανική γλώσσα που μιλιέται κυρίως στη Δανία.
svedese, danese, norvegese, inglese o traduzione in una di queste lingue
Σουηδικά, δανικά, νορβηγικά, αγγλικά ή μετάφραση σε μία από τις γλώσσες αυτές
-
Δανικά
svedese, danese, norvegese, inglese o traduzione in una di queste lingue
Σουηδικά, δανικά, νορβηγικά, αγγλικά ή μετάφραση σε μία από τις γλώσσες αυτές
-
δανέζικα
proper neuterPuoi citare una fonte anonima e aggiungere che non parlava danese.
Επικαλέσου κάποια ανώνυμη πηγή. Συν το ότι δε μιλάει δανέζικα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Δανός
- δανικός
- Δανή
- δανέζικος
- Δανέζα
- Δανή or Δανέζα
- Δανός or Δανέζος
- δανική or δανέζικη
- δανικό or δανέζικο
- δανικός or δανέζικος
- δανός
- Δανέζικα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " danese " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "danese" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δανική γλώσσα
-
Σημαία της Δανίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη