Μετάφραση του "dare" σε Ελληνικά

Οι δίνω, παρέχω, προσφέρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dare" σε Ελληνικά.

dare verb noun masculine γραμματική

Applicare una qualità ad una persona. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίνω

    verb

    Μεταφέρω την κατοχή (ενός αντικειμένου) σε κάποιον άλλο.

    Tom non ha dato il suo vero nome.

    Ο Τομ δεν έδωσε το πραγματικό του όνομα.

  • παρέχω

    verb

    Alla data stabilita, la norma sostituita cessa di conferire la presunzione di conformità ai requisiti essenziali della direttiva.

    Τη δεδομένη ημερομηνία, το αντικατασταθέν πρότυπο παύει να παρέχει τεκμήριο συμμόρφωσης προς τις βασικές απαιτήσεις της οδηγίας.

  • προσφέρω

    verb

    Piccola, ti sto dando uno sguardo sexy e bollente con una punta di pazzia.

    Μωρό μου, σου προσφέρω ερωτική έξαψη με λίγο λάγνο βλέμμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παράγω
    • χορηγώ
    • ακούω
    • παραδίδω
    • αποδίδω
    • κάνω
    • δηλώνω
    • μοιράζω
    • παραχωρώ
    • μαρτυρώ
    • προξενώ
    • πλήττω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dare"

Φράσεις παρόμοιες με "dare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη