Μετάφραση του "decisione" σε Ελληνικά
Οι απόφαση, διαταγή, αποφάσεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decisione" σε Ελληνικά.
Il decidere; individuare tra varie cose quella che sembra essere la migliore per i propri gusti. [..]
-
απόφαση
noun feminineIl decidere; individuare tra varie cose quella che sembra essere la migliore per i propri gusti.
La decisione è mia.
Η απόφαση είναι δική μου.
-
διαταγή
noun feminineIstruzioni o comandi impartiti da una corte il cui rispetto è obbligatorio.
Nemmeno la Divisione gli può dire niente senza una decisione delle alte sfere
Ακόμα κι η Μεραρχία δεν μπορεί να πει τίποτα χωρίς διαταγή εκ των ανωτέρω
-
αποφάσεις
noundecisione giudiziaria
Inoltre, essa suggerisce che semplici decisioni di classificazione in un elenco non sarebbero sufficienti.
Επιπλέον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι απλές αποφάσεις περί κατατάξεως σε κατάλογο δεν μπορούν να επαρκούν συναφώς.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποφασιστικότητα
- ψήφισμα
- συμπέρασμα
- εντολή
- ένταλμα
- διαγραμμισμός
- τάξη
- παραγγελία
- λήψη απόφασης
- κρίση
- βούλευμα
- επιμονή
- σταθερότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decisione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "decisione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απόφαση της κοινότητας · κοινοτική απόφαση
-
υποστήριξη για τη λήψη αποφάσεων
-
εξουσία λήψεως αποφάσεων
-
γενική απόφαση ΕΚΑΧ
-
ατομική απόφαση ΕΚΑΧ
-
ενημερωμένη απόφαση
-
δέντρο αποφάσεων
-
απόφαση πλαίσιο