Μετάφραση του "dedicare" σε Ελληνικά

Οι αφιερώνω, δίνω, θυσιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dedicare" σε Ελληνικά.

dedicare verb γραμματική

Dare interamente a una persona, attività o causa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφιερώνω

    verb

    Suo padre ha dedicato la sua vita alla scienza.

    Ο πατέρας του αφιέρωσε τη ζωή του στην επιστήμη.

  • δίνω

    verb

    Particolare attenzione va dedicata alla procedura d’estrazione impiegata.

    Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη διαδικασία εκχύλισης που εφαρμόζεται.

  • θυσιάζω

    verb

    In seguito Gesù diventò un predicatore e si dedicò al ministero al punto da rinunciare alle proprie comodità.

    Αργότερα, ο Ιησούς έγινε κήρυκας και αφοσιώθηκε στη διακονία του σε βαθμό που θυσίαζε τις προσωπικές ανέσεις.

  • αφοσιώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dedicare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dedicare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dedicare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη