Μετάφραση του "deficiente" σε Ελληνικά
Οι βλάκας, χαζός, καθυστερημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deficiente" σε Ελληνικά.
deficiente
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
βλάκας
noun masculineSono quello che vi comunica che il matrimonio dello Shogun è stato annullato perché lui è un deficiente.
Είμαι αυτός που σου λέει ότι ο γάμος του Σόγκαν ακυρώθηκε επειδή είναι βλάκας.
-
χαζός
nounSe ballo da solo tutta la sera, sembrerò un deficiente.
Αν χορεύω μόνος μου όλη νύχτα θα φανώ φοβερά χαζός.
-
καθυστερημένος
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανεπαρκής
- κουτός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deficiente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη