Μετάφραση του "denso" σε Ελληνικά
Το πυκνός είναι η μετάφραση του "denso" σε Ελληνικά.
denso
adjective
masculine
γραμματική
-
πυκνός
adjective masculineIn un certo senso e'il volto del virus, denso di informazioni.
Είναι κατά μία έννοια η όψη του ιού, πυκνή με πληροφορίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " denso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη