Μετάφραση του "deponente" σε Ελληνικά
Το αποθετικός είναι η μετάφραση του "deponente" σε Ελληνικά.
deponente
noun
verb
masculine
γραμματική
-
αποθετικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deponente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "deponente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανατρέπω · απομακρύνω · βάζω · εκθρονίζω · καταθέτω · ορκίζομαι · παύω
-
αποθετικά ρήματα
-
ανατρέπω · απομακρύνω · βάζω · εκθρονίζω · καταθέτω · ορκίζομαι · παύω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη