Μετάφραση του "deserto" σε Ελληνικά
Οι έρημος, Έρημος, ερημωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deserto" σε Ελληνικά.
deserto
adjective
noun
masculine
γραμματική
Un tratto di terra ampio, aperto, sterile con poche forme di vita e scarse precipitazioni. [..]
-
έρημος
noun feminineάνυδρη ή ακατοίκητη περιοχή [..]
Il Sahara è un grande deserto.
Η Σαχάρα είναι μεγάλη έρημος.
-
Έρημος
area della superficie terrestre quasi o del tutto disabitata
Il Sahara è un grande deserto.
Η Σαχάρα είναι μεγάλη έρημος.
-
ερημωμένος
masculineE'successo questa mattina presto, quindi la strada era deserta.
Συνέβη νωρίς το πρωί. Ο δρόμος ερημωμένος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άγονος
- παρατημένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deserto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "deserto"
Φράσεις παρόμοιες με "deserto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σαχάρα
-
Κινεζική αγριόγατα των βουνών
-
σαχάρα
-
Ατακάμα
-
ακρίδα της ερήμου
-
Σαχάρα · σαχάρα
-
ακατοίκητο νησί
-
desert boot
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη