Μετάφραση του "desolato" σε Ελληνικά
Οι έρημος, ερημωμένος, παρατημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "desolato" σε Ελληνικά.
desolato
adjective
verb
masculine
γραμματική
Sterile e senza vita. [..]
-
έρημος
noun masculineGiovane e ancora vulcanicamente attiva, e'un posto desolato.
Νεαρό και ακόμη ηφαιστειακά ενεργό, είναι ένας έρημος τόπος.
-
ερημωμένος
masculinePer tutto quel tempo il paese di Giuda rimase desolato finché, come promesso, la nazione poté farvi ritorno.
Όλο εκείνο το διάστημα ο Ιούδας παρέμενε ερημωμένος—μέχρις ότου, σύμφωνα με την υπόσχεση που είχε δοθεί, επιτράπηκε στο έθνος να επιστρέψει στη γη του.
-
παρατημένος
masculine -
ψυχρός
adjective masculineChe prospettiva squallida e desolata che e'.
Ψυχρή και έρημη προοπτική.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " desolato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη