Μετάφραση του "destinare" σε Ελληνικά

Το διορίζω είναι η μετάφραση του "destinare" σε Ελληνικά.

destinare verb γραμματική

Assegnare per uno scopo o un uso specifico. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διορίζω

    verb

    Selezionare qualcosa o qualcuno per uno scopo specifico.

    Il 91 per cento dei diplomati non è destinato a navi di classe Galaxy.

    Το 91% των αποφοίτων δεν διορίζονται σε αστρικά σκάφη γαλαξιακής τάξης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " destinare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "destinare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "destinare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη