Μετάφραση του "detergente" σε Ελληνικά

Οι απορρυπαντικό, καθαριστικό, καθαριστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "detergente" σε Ελληνικά.

detergente adjective noun verb masculine γραμματική

Agente attivo utilizzato per rimuovere sporco e grasso da una varietà di superfici e materiali.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απορρυπαντικό

    noun neuter

    Agente attivo utilizzato per rimuovere sporco e grasso da una varietà di superfici e materiali.

    Si raccomanda di risciacquare accuratamente ogni elemento per rimuoverne il detergente eventualmente utilizzato durante il lavaggio.

    Συστήνεται να εκπλυθεί επιμελώς κάθε τεμάχιο, ώστε να απομακρυνθεί το απορρυπαντικό, εάν χρησιμοποιείται απορρυπαντικό κατά το πλύσιμο.

  • καθαριστικό

    noun

    Ha usato il detergente per il forno e ora la telecamera sullo schermo non vede più niente.

    Xρησιμoπoίησε καθαριστικό για φoύρvoυς και τώρα η μικρή κάμερα στov υπoλoγιστή δεv βλέπει τίπoτα.

  • καθαριστικός

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απορρυπαντικός
    • γαλάκτωμα καθαρισμού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " detergente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Detergente
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απορρυπαντικό

    επιφανειοδραστικό ή ένα μείγμα επιφανειοδραστικών με ιδιότητες καθαρισμού σε αραιά διαλύματα.

    Si raccomanda di risciacquare accuratamente ogni elemento per rimuoverne il detergente eventualmente utilizzato durante il lavaggio.

    Συστήνεται να εκπλυθεί επιμελώς κάθε τεμάχιο, ώστε να απομακρυνθεί το απορρυπαντικό, εάν χρησιμοποιείται απορρυπαντικό κατά το πλύσιμο.

Φράσεις παρόμοιες με "detergente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "detergente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη