Μετάφραση του "determinazione" σε Ελληνικά
Οι αποφασιστικότητα, απόφαση, προσδιορισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "determinazione" σε Ελληνικά.
Il decidere; individuare tra varie cose quella che sembra essere la migliore per i propri gusti.
-
αποφασιστικότητα
noun feminineLe alte parti contraenti agiscono con determinazione e buona fede per prevenire le controversie.
Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη διαθέτουν την απαιτούμενη αποφασιστικότητα και καλή πίστη για να προλαμβάνουν την εμφάνιση διαφορών.
-
απόφαση
noun feminineIl decidere; individuare tra varie cose quella che sembra essere la migliore per i propri gusti.
Una innata determinazione ad ottenere cio'che vogliamo, a prescindere dal costo.
Μια καθοριστική απόφαση για να πάρουμε ότι θέλουμε με οποιοδήποτε κόστος.
-
προσδιορισμός
nounL'autorità doganale fissa il tasso di rendimento dell'operazione o, eventualmente, le modalità per la determinazione del tasso.
Η τελωνειακή αρχή καθορίζει είτε το συντελεστή απόδοσης της εργασίας είτε, ενδεχομένως, τον τρόπο προσδιορισμού αυτού του συντελεστή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καθορισμός
- υπολογισμός
- επιμονή
- συμπέρασμα
- σταθερότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " determinazione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "determinazione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συντελεστής προσδιορισμού
-
μέθοδος προσδιορισμού
-
καθορισμός μισθών
-
Μέθοδος τιμολόγησης