Μετάφραση του "devoto" σε Ελληνικά

Το ευλαβής είναι η μετάφραση του "devoto" σε Ελληνικά.

devoto adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευλαβής

    adjective

    Vedete, quando oggigiorno qualcuno è devoto, tutti pensano che sia pazzo.

    Στις μέρες μας, αν είσαι ευλαβής, όλοι σε περνάνε για τρελό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " devoto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "devoto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη