Μετάφραση του "dieci" σε Ελληνικά
Το δέκα είναι η μετάφραση του "dieci" σε Ελληνικά.
dieci
adjective
noun
numeral
masculine
γραμματική
Numero cardinale che segue il 9 e precede l'11. Nella numerazione romana è espresso con X, in quella esadecimale con A.
-
δέκα
nounΑπόλυτο αριθμητικό, ανάμεσα στο εννιά και στο έντεκα. Συμβολίζεται με ρωμαϊκούς αριθμούς με το Χ, με αραβικούς με το 10,και στο δεκαεξαδικό σύστημα (με βάση το 16) με το Α.
Sono già passati dieci anni da quando mio padre è morto.
Ήδη περάσαν δέκα έτη από τότε που πέθανε ο πατέρας.
-
déka|δέκα|δέκα#Ουσιαστικό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dieci " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dieci" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δέκα εντολές
-
Ομάδα των Δέκα
-
δέκα εντολές
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη