Μετάφραση του "dieta" σε Ελληνικά

Οι δίαιτα, διατροφή, διαιτολόγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dieta" σε Ελληνικά.

dieta noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίαιτα

    noun feminine

    Tom è a dieta.

    Ο Τομ κάνει δίαιτα.

  • διατροφή

    noun feminine

    Una dieta normale e variata contiene molti ingredienti che a loro volta contengono numerose sostanze.

    Μια κανονική και ποικίλη διατροφή περιέχει πολλά συστατικά τα οποία, με τη σειρά τους, περιέχουν πολλές ουσίες.

  • διαιτολόγιο

    noun neuter

    Aggiunta di quantitativi controllati di amminoacidi essenziali a una dieta a basso contenuto di proteina grezza.

    Προσθήκη ελεγχόμενων ποσοτήτων απαραίτητων αμινοξέων σε διαιτολόγιο χαμηλής περιεκτικότητας σε ακατέργαστες πρωτεΐνες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βουλή
    • συνέλευση
    • σύνοδος
    • Διατροφή
    • εθνοσυνέλυση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dieta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dieta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dieta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη