Μετάφραση του "difettoso" σε Ελληνικά
Οι κακός, ατελής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "difettoso" σε Ελληνικά.
difettoso
adjective
masculine
γραμματική
Incapace di funzionare.
-
κακός
adjective masculineIl dispositivo di allarme indica che il funzionamento del sistema è difettoso
Στη διάταξη προειδοποίησης εμφαίνεται κακή λειτουργία του συστήματος αντιεμπλοκής των τροχών κατά την πέδηση.
-
ατελής
adjective masculineLa sonda deve essere difettosa.
Η έρευνα μάλλον ήταν ατελής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " difettoso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "difettoso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελαττωματικό προϊόν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη