Μετάφραση του "dimora" σε Ελληνικά

Οι κατοικία, σπίτι, έπαυλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dimora" σε Ελληνικά.

dimora noun verb feminine γραμματική

Indirizzo presso il quale ci si ferma più che temporaneamente.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοικία

    noun feminine

    La terra sarebbe diventata la dimora permanente di tutta l’umanità.

    Η γη θα γινόταν η μόνιμη κατοικία όλης της ανθρωπότητας.

  • σπίτι

    noun neuter

    E'in tal modo che la febbre si e'introdotta in questa dimora, cosi'come in ogni altra.

    Με αυτόν τον τρόπο ο πυρετός μπήκε σε αυτό το σπίτι, όπως και στα άλλα.

  • έπαυλη

    noun feminine

    E la notte scorsa, stava servendo in una dimora privata.

    Και χθες το βράδυ, ήταν σεφ σε μία έπαυλη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έδρα
    • περιβάλλον
    • αρχοντικό
    • μέγαρο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dimora " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dimora" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βιώνω · ζω · κατοικώ · μένω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dimora" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη