Μετάφραση του "diploma" σε Ελληνικά

Οι δίπλωμα, τίτλος σπουδών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diploma" σε Ελληνικά.

diploma noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίπλωμα

    noun neuter

    έγγραφο που παραχωρεί ένα ακαδημαϊκό τίτλο

    Certi diplomi sono rilasciati dallo Stato, mentre altri lo sono da federazioni sportive.

    Ορισμένα διπλώματα χορηγούνται από το κράτος, ενώ άλλα χορηγούνται από αθλητικές ομοσπονδίες.

  • τίτλος σπουδών

    Per il personale ausiliario, quando impiegato, è richiesto un diploma in agraria o una qualifica tecnica equivalente.

    Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απασχολείται επικουρικό προσωπικό, απαιτείται τίτλος σπουδών από γεωργική σχολή ή ανάλογος τεχνικός τίτλος σπουδών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diploma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "diploma"

Φράσεις παρόμοιες με "diploma" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diploma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη