Μετάφραση του "diploma" σε Ελληνικά
Οι δίπλωμα, τίτλος σπουδών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diploma" σε Ελληνικά.
diploma
noun
verb
masculine
γραμματική
-
δίπλωμα
noun neuterέγγραφο που παραχωρεί ένα ακαδημαϊκό τίτλο
Certi diplomi sono rilasciati dallo Stato, mentre altri lo sono da federazioni sportive.
Ορισμένα διπλώματα χορηγούνται από το κράτος, ενώ άλλα χορηγούνται από αθλητικές ομοσπονδίες.
-
τίτλος σπουδών
Per il personale ausiliario, quando impiegato, è richiesto un diploma in agraria o una qualifica tecnica equivalente.
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απασχολείται επικουρικό προσωπικό, απαιτείται τίτλος σπουδών από γεωργική σχολή ή ανάλογος τεχνικός τίτλος σπουδών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diploma " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "diploma"
Φράσεις παρόμοιες με "diploma" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απόφοιτος · τελειόφοιτος
-
αναγνώριση διπλωμάτων
-
ισοτιμία τίτλων σπουδών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη