Μετάφραση του "diramare" σε Ελληνικά
Οι διαδίδω, κοινολογώ, σκορπώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diramare" σε Ελληνικά.
diramare
verb
γραμματική
Fare in modo che sia ampiamente noto (ad es. una notizia o un'informazione).
-
διαδίδω
verb -
κοινολογώ
verb -
σκορπώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diramare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη