Μετάφραση του "direttiva" σε Ελληνικά

Οι οδηγία, οδηγίες, γραμμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "direttiva" σε Ελληνικά.

direttiva noun adjective feminine γραμματική

Specifica di comportamento utilizzata come guida obbligatoria per la condotta. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδηγία

    noun feminine

    Ogni forma di collaborazione o organismo comune è soggetta alle disposizioni della presente direttiva.

    Κάθε συνεργασία ή κοινή οργανωτική δομή πρέπει να τηρεί τους κανόνες που θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία.

  • οδηγίες

    noun

    Aveva all'epoca manifestato l'intenzione di chiedere una deroga a tali direttive.

    Η Σουηδία είχε εκδηλώσει τότε την πρόθεσή της να υποβάλει αίτηση παρέκκλισης από τις εν λόγω οδηγίες.

  • γραμμή

    noun feminine

    Non saremmo in questa situazione se avessi seguito le direttive del partito.

    Δεν θα ήμασταν σ'αυτή τη θέση αν είχες μείνει στη γραμμή του κόμματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ντιρεκτίβα
    • κατευθυντήρια οδηγία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " direttiva " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "direttiva"

Φράσεις παρόμοιες με "direttiva" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "direttiva" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη