Μετάφραση του "dirupato" σε Ελληνικά
Το γκρεμός είναι η μετάφραση του "dirupato" σε Ελληνικά.
dirupato
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
γκρεμός
noun masculineSulla sinistra c'e'un dirupo che finisce giu'nel fiume.
Αριστερά υπάρχει ένας γκρεμός που πέφτει στο ποτάμι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dirupato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dirupato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άβυσσος · απότομος · βάραθρο · βουνοπλαγιά · γκρεμός · κλιτύς · κρημνός · πρανές · χαράδρα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη