Μετάφραση του "dirupato" σε Ελληνικά

Το γκρεμός είναι η μετάφραση του "dirupato" σε Ελληνικά.

dirupato adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γκρεμός

    noun masculine

    Sulla sinistra c'e'un dirupo che finisce giu'nel fiume.

    Αριστερά υπάρχει ένας γκρεμός που πέφτει στο ποτάμι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dirupato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dirupato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άβυσσος · απότομος · βάραθρο · βουνοπλαγιά · γκρεμός · κλιτύς · κρημνός · πρανές · χαράδρα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dirupato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη