Μετάφραση του "discernere" σε Ελληνικά

Το διακρίνω είναι η μετάφραση του "discernere" σε Ελληνικά.

discernere verb γραμματική

Vedere o scoprire qualcosa di poco chiaro, distante o nascosto mediante un'attenta ricerca.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακρίνω

    verb

    Molto raramente si possono discernere cristalli di cloruro di sodio in forma di cubetti.

    Αποτελείται κυρίως από κρυστάλλους ζαχαρόζης. Πολύ σποραδικά διακρίνονται κυβοειδείς κρύσταλλοι χλωριούχου νατρίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " discernere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "discernere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "discernere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη