Μετάφραση του "disciplinare" σε Ελληνικά
Οι πειθαρχικός, εκπαιδεύω, πειθαρχώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disciplinare" σε Ελληνικά.
disciplinare
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
πειθαρχικός
nounL'esperto militare distaccato continua ad essere soggetto alle norme disciplinari nazionali.
Ο αποσπασμένος στρατιωτικός εμπειρογνώμονας εξακολουθεί να υπόκειται στους εθνικούς πειθαρχικούς κανονισμούς.
-
εκπαιδεύω
verb -
πειθαρχώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disciplinare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "disciplinare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κομματική πειθαρχία
-
στρατιωτική πειθαρχία
-
πολεοδομικές ρυθμίσεις
-
2υποταγή · Πειθαρχία · άθλημα · ακαδημαϊκό πεδίο · αντικείμενο · επιστήμη · ευπείθεια · κλάδος · πειθαρχία · ρύθμιση - κανονισμός · σύστημα κανόνων · υπακοή
-
ανθρωπιστική επιστήμη · κλασικές σπουδές · τέχνη
-
δημοσιονομική πειθαρχία ΕΚ
-
πειθαρχική διαδικασία
-
2υποταγή · Πειθαρχία · άθλημα · ακαδημαϊκό πεδίο · αντικείμενο · επιστήμη · ευπείθεια · κλάδος · πειθαρχία · ρύθμιση - κανονισμός · σύστημα κανόνων · υπακοή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη