Μετάφραση του "disconoscimento" σε Ελληνικά

Οι αποκήρυξη, αποποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disconoscimento" σε Ελληνικά.

disconoscimento noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκήρυξη

    noun

    a) in un disconoscimento dell'accordo non sancita dalle norme generali del diritto internazionale; o

    α) αποκήρυξη της συμφωνίας για την οποία δεν προβλέπεται κύρωση βάσει των γενικών κανόνων του διεθνούς δικαίου, ή

  • αποποίηση

    noun feminine

    Fare un disconoscimento pubblico.

    Να κάνεις μια δημόσια αποποίηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disconoscimento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disconoscimento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη