Μετάφραση του "discrezione" σε Ελληνικά
Οι διακριτικότητα, διάκριση, εχεμύθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discrezione" σε Ελληνικά.
-
διακριτικότητα
noun femininePotrebbe essere utile, se a qualcuno servisse spostare un carico che richiede particolare discrezione.
Θα ήταν χρήσιμο αν θέλεις να μεταφέρεις εμπόρευμα που απαιτεί επιπλέον διακριτικότητα.
-
διάκριση
nounLa scelta del peso o del dinamometro è lasciata alla discrezione dell'ispettore.
Η επιλογή του βάρους ή του δυναμομέτρου αφήνεται στη διάκριση του επιθεωρητή.
-
εχεμύθεια
noun feminineI dati personali relativi a persone specifiche verrebbero ovviamente trattati con discrezione.
Φυσικά, τα προσωπικά στοιχεία των συγκεκριμένων ατόμων πρόκειται να αποτελέσουν το αντικείμενο διαχείρισης με εχεμύθεια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προαιρετικός
- εχε
- κρίση
- κατ' εκλογήν
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " discrezione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate