Μετάφραση του "discutere" σε Ελληνικά

Οι συζητώ, διαπραγματεύομαι, τσακώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discutere" σε Ελληνικά.

discutere verb γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συζητώ

    verb

    Ha inoltre deciso di convocare una riunione per poter discutere questi punti in modo più approfondito.

    Η Επιτροπή διοργάνωσε εν συνεχεία μια συνεδρίαση για να συζητηθούν σε βάθος αυτά τα τρία σημεία.

  • διαπραγματεύομαι

    verb

    Non intendiamo impedire alla Commissione di discutere in condizioni di riservatezza.

    Δεν θέλουμε να παρεμποδίσουμε την Επιτροπή να μπορεί να διαπραγματεύεται σε εμπιστευτική βάση.

  • τσακώνομαι

    verb

    Ma fai di testa tua, Dre, e sono stufo di discutere.

    Αλλά δεν ακούς, Ντρε, και βαρέθηκα να τσακώνομαι συνέχεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαλώνω
    • διαπληκτίζομαι
    • λογομαχώ
    • επιχειρηματολογώ
    • καυγαδίζω
    • κουβεντιάζω
    • λογοφέρνω
    • φιλονικώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " discutere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "discutere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη