Μετάφραση του "disfatta" σε Ελληνικά

Οι ήττα, ακύρωση, κατατρόπωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disfatta" σε Ελληνικά.

disfatta adjective noun feminine γραμματική

Esisto sfavorevole di una competizione o di una battaglia.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ήττα

    noun feminine

    Ha resistito fino al tramonto, prevenendo una disfatta ancora piu'pesante per l'Unione.

    'ντεξε ως το σούρουπο, εμποδίζοντας έτσι μια μεγαλύτερη ήττα της ομοσπονδίας.

  • ακύρωση

    noun feminine
  • κατατρόπωση

    noun

    Abisai divenne famoso per aver preso l’iniziativa nell’abbattere 18.000 edomiti e per aver provocato in un’altra occasione la disfatta degli ammoniti.

    Ο Αβισαί ηγήθηκε στην πάταξη 18.000 Εδωμιτών και επίσης στην κατατρόπωση των Αμμωνιτών, ενέργειες για τις οποίες διακρίθηκε.

  • νίλα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disfatta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "disfatta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ελευθερώνω · ισιώνω · καταστρέφω · λύνω · ξεδένω · ξεκάνω · ξετυλίγω · τήκομαι · χαλάω
  • ελευθερώνω · ισιώνω · καταστρέφω · λύνω · ξεδένω · ξεκάνω · ξετυλίγω · τήκομαι · χαλάω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disfatta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη