Μετάφραση του "disgraziato" σε Ελληνικά
Το δυστυχισμένος είναι η μετάφραση του "disgraziato" σε Ελληνικά.
disgraziato
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
δυστυχισμένος
adjectiveChi era quel disgraziato la cui morte ha portato così tanta gioia e felicità agli altri?
Ποιος ήταν ο δυστυχισμένος που ο θάνατός του... έφερε τόση αγαλλίαση και χαρά στους άλλους;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disgraziato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη