Μετάφραση του "disgraziato" σε Ελληνικά

Το δυστυχισμένος είναι η μετάφραση του "disgraziato" σε Ελληνικά.

disgraziato adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυστυχισμένος

    adjective

    Chi era quel disgraziato la cui morte ha portato così tanta gioia e felicità agli altri?

    Ποιος ήταν ο δυστυχισμένος που ο θάνατός του... έφερε τόση αγαλλίαση και χαρά στους άλλους;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disgraziato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disgraziato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη