Μετάφραση του "dispendio" σε Ελληνικά

Οι σπατάλη, κατασπατάληση, χαράμισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dispendio" σε Ελληνικά.

dispendio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπατάλη

    noun

    A prescindere da ciò rappresenta un enorme dispendio di denaro sopprimere una seduta qui e tenere poi altrove sedute supplementari.

    Ανεξάρτητα από όλα αυτά, όταν διαγράφουμε εδώ την μία ημέρα και μετά είμαστε αναγκασμένοι να διεξαγάγουμε επιπλέον συνεδριάσεις της Ολομέλειας, η σπατάλη χρημάτων είναι γιγαντιαία.

  • κατασπατάληση

    noun

    Quali conseguenze intende la Commissione trarre da tale dispendio di mezzi sul piano operativo e personale?

    Ποιες ενέργειες σκοπεύει να αναλάβει η Επιτροπή σε επίπεδο λειτουργίας και προσωπικού, προκειμένου να αποφευχθεί στο μέλλον παρόμοια κατασπατάληση πόρων·

  • χαράμισμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dispendio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dispendio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη