Μετάφραση του "disputa" σε Ελληνικά

Οι διαμάχη, διαφωνία, σύγκρουση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disputa" σε Ελληνικά.

disputa noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαμάχη

    noun feminine

    Questa non è una disputa interrazziale, ma una ricerca dei fatti.

    Eδώ δεν έχoυμε διαφυλετική διαμάχη, αλλά κάνoυμε κάπoια έρευνα.

  • διαφωνία

    noun feminine

    Temo che mamma consideri questa disputa la sua ultima battaglia, l'ultima grande battaglia della sua vita.

    Φοβάμαι πως η μαμά θεωρεί τη διαφωνία την τελευταία μεγάλη μάχη της ζωής της.

  • σύγκρουση

    noun feminine

    soluzione delle controversie o delle dispute con mezzi pacifici;

    τη διευθέτηση διαφορών ή συγκρούσεων με ειρηνικά μέσα·

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διένεξη
    • καυγάς
    • τσακωμός
    • λογομαχία
    • αντιπαράθεση
    • έριδα
    • καβγάς
    • αλληλοσπαραγμός
    • διαπάλη
    • αντιλογία
    • αμφισβήτηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disputa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "disputa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disputa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη