Μετάφραση του "distorto" σε Ελληνικά

Το πραξικοπηματικός είναι η μετάφραση του "distorto" σε Ελληνικά.

distorto adjective verb masculine γραμματική

Concepito o interpretato in modo sbagliato.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πραξικοπηματικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " distorto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "distorto"

Φράσεις παρόμοιες με "distorto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαστρεβλώνω · παραποιώ · στρέβλωση
  • στρέβλωση του ανταγωνισμού
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "distorto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη