Μετάφραση του "divino" σε Ελληνικά

Οι θεϊκός, ουράνιος, θείος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divino" σε Ελληνικά.

divino adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεϊκός

    adjective masculine

    A quanto pare, non esiste legge umana o divina, che suo padre non abbia ignorato.

    Προφανώς, δεν υπάρχει νόμος, ανθρώπινος ή θεϊκός, που ο πατέρας της δεν αγνόησε.

  • ουράνιος

    adjective masculine

    Lo scopo divino della tecnologia è quello di affrettare l’opera di salvezza.

    Ο ουράνιος σκοπός της τεχνολογίας είναι να επιταχύνει το έργο της σωτηρίας.

  • θείος

    adjective masculine

    1974, assemblee di distretto “Proposito divino”:

    1974, Συνελεύσεις Περιφερείας «Θείος Σκοπός»:

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεϊκό
    • θεϊκή
    • άγιος
    • θεσπέσιος
    • ιερός
    • θαυμάσιος
    • θεολόγος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " divino " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "divino" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θαυμάσιος · θείος · θεολόγος · θεσπέσιος · θεϊκή · θεϊκό · θεϊκός
  • ελέω θεού βασιλεία
  • Θεία Κωμωδία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "divino" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη