Μετάφραση του "docenza" σε Ελληνικά

Οι διδασκαλία, διαπαιδαγώγηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "docenza" σε Ελληνικά.

docenza noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διδασκαλία

    noun feminine

    Esperienza di ricerca o docenza universitaria nel campo della legislazione sulla concorrenza commerciale.

    Πείρα σε ακαδημαϊκή έρευνα ή διδασκαλία στο δίκαιο περί ανταγωνισμού ή στο εμπορικό δίκαιο.

  • διαπαιδαγώγηση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " docenza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "docenza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη