Μετάφραση του "dolcificante" σε Ελληνικά
Οι γλυκαντικό, γλυκαντική ουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dolcificante" σε Ελληνικά.
dolcificante
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
γλυκαντικό
noun masculineOppure stanno testando un nuovo pessimo dolcificante senza lattosio.
Ή δοκιμάζουν στην αγορά, ένα νέο φρικτό κι ασυνήθιστο γλυκαντικό.
-
γλυκαντική ουσία
nounAllora immagino non abbia versato del dolcificante nel bicchiere di Scott.
Φαντάζομαι πως δεν έβαλε κάποια γλυκαντική ουσία στο ποτό του Σκοτ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dolcificante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dolcificante" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γλυκός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη