Μετάφραση του "dolo" σε Ελληνικά

Το Δόλος είναι η μετάφραση του "dolo" σε Ελληνικά.

dolo noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δόλος

    volontà di una persona, estricantesi in una modalità di condotta, caratterizzata dall'arrecare danno altrui

    Nel diritto francese il dolo presuppone sia la consapevolezza che la volontà di realizzare l’azione.

    Στο γαλλικό δίκαιο, ο δόλος προϋποθέτει τόσο τη γνώση όσο και την πρόθεση της πραγματοποιήσεως της πράξεως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dolo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αλγεινός · επώδυνος · ζοφερός · οδυνηρός
  • άλγος · πονώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη