Μετάφραση του "doppio" σε Ελληνικά

Οι διπλός, διπλό, διπλάσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "doppio" σε Ελληνικά.

doppio adjective noun verb adverb masculine γραμματική

Due volte la quantità di.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διπλός

    adjective masculine

    Non ci rimane che una doppia profezia, doppiamente oscura.

    Δε μας έμεινε τίποτα παραπάνω από μια διπλή προφητεία, διπλά ασαφής.

  • διπλό

    adjective

    Vorrei una camera doppia.

    Θα ήθελα ένα διπλό δωμάτιο.

  • διπλάσιος

    adjective

    La sua legislazione e'il motivo principale per cui meta'degli uomini qui dentro fanno il doppio.

    Χάρη στους νόμους του οι μισοί εδώ μέσα εκτίουν διπλάσια ποινή!

  • δυπλός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " doppio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "doppio"

Φράσεις παρόμοιες με "doppio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "doppio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη