Μετάφραση του "doppio" σε Ελληνικά
Οι διπλός, διπλό, διπλάσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "doppio" σε Ελληνικά.
doppio
adjective
noun
verb
adverb
masculine
γραμματική
Due volte la quantità di.
-
διπλός
adjective masculineNon ci rimane che una doppia profezia, doppiamente oscura.
Δε μας έμεινε τίποτα παραπάνω από μια διπλή προφητεία, διπλά ασαφής.
-
διπλό
adjectiveVorrei una camera doppia.
Θα ήθελα ένα διπλό δωμάτιο.
-
διπλάσιος
adjectiveLa sua legislazione e'il motivo principale per cui meta'degli uomini qui dentro fanno il doppio.
Χάρη στους νόμους του οι μισοί εδώ μέσα εκτίουν διπλάσια ποινή!
-
δυπλός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " doppio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "doppio"
Φράσεις παρόμοιες με "doppio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καμπύλη διπλής κορύφωσης
-
διπλογραφικό σύστημα
-
διπλασιάζω · μεταγλωττίζω
-
διπλό κτύπημα
-
Δύο μέτρα και δύο σταθμά
-
διπλή ιθαγένεια
-
διπλής ακρίβειας
-
αγαθό διπλής χρήσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη