Μετάφραση του "dorso" σε Ελληνικά
Οι πλάτη, ράχη, πίσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dorso" σε Ελληνικά.
dorso
noun
masculine
γραμματική
Lato posteriore della mano. [..]
-
πλάτη
noun feminineAd attraversare una montagna con munizioni sul dorso.
Να περπατάνε σε βουνά, με πολεμοφόδια στην πλάτη.
-
ράχη
noun feminineIl fonte, costruito di pino del Wisconsin, era appoggiato sul dorso di dodici buoi lignei.
Η κολυμβήθρα, κατασκευασμένη από πεύκο του Ουϊσκόνσiν, στηρίζόταν στη ράχη 12 ξύλiνων βοδιών.
-
πίσω
adverbInclinare in avanti il pannello che simula il dorso per allentare la tensione che agisce sullo schienale.
Η πίσω έδρα τοποθετείται με κλίση προς τα εμπρός, ώστε να μεταφέρει την ένταση στο ερεισίνωτο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ύπτιο
- νώτα
- πάχη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dorso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "dorso"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη