Μετάφραση του "dragaggio" σε Ελληνικά
Το βυθοκόρηση είναι η μετάφραση του "dragaggio" σε Ελληνικά.
dragaggio
noun
masculine
γραμματική
-
βυθοκόρηση
L’estrazione o il dragaggio come tali non sono pertanto ammissibili agli aiuti di Stato al trasporto marittimo.
Η εξόρυξη ή η βυθοκόρηση καθαυτή δεν είναι επιλέξιμες για κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dragaggio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dragaggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπολείμματα βυθοκόρησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη