Μετάφραση του "drenaggio" σε Ελληνικά
Οι αποστράγγιση, στράγγιση, αποξήρανση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drenaggio" σε Ελληνικά.
drenaggio
noun
masculine
γραμματική
-
αποστράγγιση
nounCapiranno perche'il mio pancreas ha ancora bisogno di un drenaggio.
Να ανακαλύψουν γιατί το πάγκρεας μου χρειάζεται αποστράγγιση.
-
στράγγιση
Dopo la formazione della cagliata, liofilizzare l'intero latte coagulato, senza preventiva omogeneizzazione né drenaggio del siero.
Αφού σχηματισθεί το τυρόπηγμα, το πηγμένο γάλα λυοφιλοποιείται χωρίς προηγούμενη ομογενοποίηση ούτε στράγγιση του ορού.
-
αποξήρανση
Nouniv) sulla regolazione delle acque, la protezione dalle inondazioni o il drenaggio agricolo, o
iv) στη ρύθμιση του ύδατος, στην προστασία από πλημμύρες, στην αποξήρανση εδαφών ή
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ύδατα αποχετεύσεων
- αποχέτευση
- αποστραγγιστικά έργα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " drenaggio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "drenaggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποχέτευση
-
φυσικό στραγγιστικό σύστημα
-
κατασκευασμένο σύστημα αποχέτευσης
-
υποστράγγιση
-
ύδατα αποστράγγισης (αποχετεύσεων)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη