Μετάφραση του "dubitare" σε Ελληνικά

Οι αμφιβάλλω, αμφιβολία, αμφιβάλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dubitare" σε Ελληνικά.

dubitare verb γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφιβάλλω

    verb

    Per me non e'un problema parlare coi Drewe, ma dubito che servira'a qualcosa.

    Δε με πειράζει να μιλήσω στον Ντρού, αλλά αμφιβάλλω αν θα βοηθήσει.

  • αμφιβολία

    noun feminine

    Non dubito minimamente che l'alto comando sara'catturato prima che giunga l'inverno.

    Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι θα καταλάβουμε στο ανώτατο στρατηγείο πριν ο χειμώνας μπει για τα καλά.

  • αμφιβάλω

    Dopo questo, dubito che ci consentano di vivere del tutto.

    Mετά απ'αυτό, αμφιβάλω αν θα μπoρέσoυμε καν να ζήσoυμε.

  • φοβάμαι - υποψιάζομαι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dubitare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dubitare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη