Μετάφραση του "ducato" σε Ελληνικά

Οι δουκάτο, Δουκάτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ducato" σε Ελληνικά.

ducato noun masculine γραμματική

Territorio condotto da un duca.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουκάτο

    noun neuter

    territorio o dominio governato da un duca o da una duchessa

    Ci tradirebbe senza esitazione se pensasse che il suo ducato fosse in pericolo.

    θα μας πρόδιδε στη στιγμή αν πίστευε ότι το δουκάτο του ήταν σε κίνδυνο.

  • Δουκάτο

    nome di alcune monete sia d'argento sia d'oro

    Rinuncio al tuo ducato e ti chiedo perdono per il male che ti ho fatto.

    Το Δουκάτο στο παραχωρώ... και σε εκλιπαρώ να συγχωρέσεις τα λάθη μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ducato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ducato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ducato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη