Μετάφραση του "durezza" σε Ελληνικά

Το σκληρότητα είναι η μετάφραση του "durezza" σε Ελληνικά.

durezza noun feminine γραμματική

La resistenza di un solido a incisioni, graffi, abrasioni o tagli.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκληρότητα

    noun feminine

    La resistenza di un solido a incisioni, graffi, abrasioni o tagli.

    Ha un sapore leggermente dolce, durezza e valore pH adatti alla fermentazione dell’aceto.

    Έχει ελαφρώς γλυκιά γεύση, σκληρότητα και τιμή pH κατάλληλα για την οξοποίηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " durezza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "durezza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "durezza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη