Μετάφραση του "eccesso" σε Ελληνικά

Οι υπερβολικός, υπέρβαση, υπερβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eccesso" σε Ελληνικά.

eccesso noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπερβολικός

    adjective masculine

    L'industria ritiene che vi sia un eccesso di requisiti in materia di etichettatura che rendono necessaria l'applicazione di norme tecniche particolareggiate.

    Ο κλάδος θεωρεί ότι υπάρχει υπερβολικός αριθμός απαιτήσεων επισήμανσης, που συνεπάγονται την εφαρμογή λεπτομερών τεχνικών κανόνων.

  • υπέρβαση

    noun

    La partecipazione in eccesso rispetto al numero minimo previsto dovrebbe garantire l'attuazione efficace dell’azione indiretta interessata.

    Η υπέρβαση του ελάχιστου απαιτούμενου αριθμού συμμετεχόντων θα πρέπει να διασφαλίζει την αποτελεσματική υλοποίηση της εκάστοτε έμμεσης δράσης.

  • υπερβολή

    noun feminine

    Tutta la sua cattiveria e tutti i suoi eccessi, possono diventare sfrenati.

    Το σκοτάδι του, η υπερβολή του, μπορούν να φτάσουν σε αμόκ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακολασία
    • πληθώρα
    • ακρότητα
    • πλεονασμός
    • έλλειψη μέτρου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eccesso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eccesso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη