Μετάφραση του "eccipiente" σε Ελληνικά

Το Έκδοχο είναι η μετάφραση του "eccipiente" σε Ελληνικά.

eccipiente noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Έκδοχο

    Un eccipiente usato per la prima volta nel campo farmaceutico è considerato principio attivo .

    Έκδοχο που χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στο φαρμακευτικό τομέα θεωρείται ως δραστικό συστατικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eccipiente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eccipiente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη