Μετάφραση του "ecuador" σε Ελληνικά
Οι ισημερινός, Ισημερινός, Εκουαδόρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ecuador" σε Ελληνικά.
ecuador
-
ισημερινός
noun masculineEcuador. Un pioniere lasciava regolarmente le riviste in cinese al proprietario di un ristorante.
Ισημερινός: Κάποιος σκαπανέας έδινε τακτικά στον ιδιοκτήτη ενός εστιατορίου τα περιοδικά στην κινεζική.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ecuador " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ecuador
proper
masculine
γραμματική
-
Ισημερινός
noun masculineΙσημερινός (χώρα) [..]
Luogo o paese di destinazione: Ecuador.
Τόπος ή χώρα προορισμού: Ισημερινός
-
Εκουαδόρ
noun neuterProclamazione dello stato di emergenza e grave situazione in Ecuador.
Κήρυξη κατάστασης ανάγκης και σοβαρή κατάσταση στο Εκουαδόρ.
-
Δημοκρατία του Ισημερινού
noun
Εικόνες με "ecuador"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη