Μετάφραση του "editto" σε Ελληνικά
Οι διάταγμα, έδικτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "editto" σε Ελληνικά.
editto
noun
masculine
γραμματική
-
διάταγμα
noun neuterRe Francis, veniamo umilmente a voi per chiedervi di firmare questo editto.
Βασιλιά Francis, ερχόμαστε ταπεινά και σας ζητάμε να υπογράψετε το διάταγμα.
-
έδικτο
Nel 1571 fu emanato un editto reale con cui si riconosceva la chiesa unitariana.
Το 1571 εκδόθηκε ένα βασιλικό έδικτο που παρείχε νομική αναγνώριση στην Ουνιταριανή Εκκλησία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " editto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "editto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Έδικτο της Νάντης
-
Διάταγμα των Μεδιολάνων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη